Αποκλειστικό: Πως ένας κόκκινος δανειολήπτης μπορεί να πετύχει διαγραφή των χρεών του

Αποκλειστικό: Πως ένας κόκκινος δανειολήπτης μπορεί να πετύχει διαγραφή των χρεών του

15/12/2016

Γράφει η δικηγόρος Χρυσούλα Βορδώνη 

 Γίνεται δεκτό ότι η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας[1], εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914, 932 ΑΚ., ενώ περαιτέρω μπορεί να οδηγήσει και σε προσβολή της δανειακής σύμβασης και ακύρωση αυτής.

Στην ελληνική έννομη τάξη ισχύουν ειδικά νομοθετήματα περί της προστασίας  του συναλλασσόμενου/καταναλωτή κατά την παροχή σε αυτόν χρηματοπιστωτικών μέσων, επενδυτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, τόσο από επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσο και από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Από το περιεχόμενο των διατάξεων των ειδικών αυτών νόμων, καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης τους σκοπούσε στη διαμόρφωση ενός προστατευτικού πλέγματος διατάξεων υπέρ των συμφερόντων του συναλλασσομένου πελάτη, αλλά και υπέρ της διασφάλισης της αγοράς από φαινόμενα παραπλανητικής ή ανεπαρκούς πληροφόρησης (ή και παντελούς έλλειψης πληροφόρησης) αναφορικά με τα χαρακτηριστικά (τη φύση, την απόδοση, τον κίνδυνο κλπ) των διαφόρων χρηματοπιστωτικών μέσων, η οποία δύναται να οδηγήσει τον υποψήφιο συναλλασσόμενο σε επιζήμιες για τον ίδιο επιλογές.

 

Εν προκειμένω, η συνολική συμπεριφορά και αντιμετώπιση της ΤΡΆΠΕΖΑΣ απέναντί στον δανειολήπτη, ήδη από την επικοινωνία με αυτόν για τη σύναψη των μεταξύ τους συμβάσεων, έως και την επέλευση της σε βάρος τους βλάβης, δια της εφαρμογής καταχρηστικών όρων, και της επακόλουθης δυσμενούς επίπτωσης που αυτοί είχαν στην εξυπηρέτηση των δανείων, παραβίασε το σύνολο νομικών διατάξεων, και οδήγησε στην έκθεση των καταναλωτών στον κίνδυνο της ζημίας που υπέστη και την επακόλουθη επέλευση αυτής.

 

 

Πρόδηλα καταχρηστικοί είναι οι όροι, που: 1) έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των καταναλωτών (αφού επέφεραν στην τράπεζα κέρδος που εκφεύγει του αναμενόμενου σε μια σύμβαση δανείου, και αντίστοιχα αύξησαν δυσανάλογα το συνολικό κόστος του δανεισμού μας), 2) επέφεραν χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία απόκλιση από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες των καταναλωτών ως πελατών της τράπεζας και αγοραστών δανειακών προϊόντων προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις καταναλωτικές, επιχειρηματικές, στεγαστικές τους ανάγκες, και 3) χαρακτηρίζονται από αδιαφάνεια, αοριστία και ασάφεια, οι οποίες επιφέρουν αναιτιολόγητη και δυνητικά επιζήμια αβεβαιότητα ως προς την πορεία της συμβατικής σχέσεως.

 

Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί κοινό τόπο, καθώς προκύπτει ρητώς εκ των ως άνω ρυθμίσεων, ότι η υπαίτια παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κατά το ως άνω περιγραφέν στάδιο των διαπραγματεύσεων, γνωστό άλλως και ως προσυμβατικό στάδιο, εφόσον προκαλεί ζημία στο άλλο μέρος, δημιουργεί, σύμφωνα με το  άρθ. 198 ΑΚ, υποχρέωση αποκαταστάσεως του διαφέροντος εμπιστοσύνης (αρνητικού διαφέροντος), που περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) του μέρους (ΑΚ 298), που αποτελεί και τη συνηθέστερη στο χρόνο αυτό προκύπτουσα ζημία, αδιάφορα εάν τελικά η σύμβαση καταρτίσθηκε έγκυρα ή άκυρα ή τελικώς και καθόλου.

Όσον αφορά το ειδικότερο καθήκον της Τράπεζας για παροχή πληροφοριών στους υποψήφιους πελάτες της, ως αυτό υπαγορεύεται τόσο εκ του άρθ. 288 ΑΚ, όσο και από ειδικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις (βλ. ενδεικ. και ΠΔΤΕ 2501/31.10.2002), αυτό συνίσταται τόσο σε επίπεδο διαφώτισης, όσο και προειδοποίησης του ενδιαφερομένου, υλοποιείται δε αφενός μέσω της υποχρέωσης της Τράπεζας να πληροφορεί τον πελάτη της για τα περιστατικά, τα οποία μπορεί η ίδια να αξιολογήσει ως σημαντικά για τη λήψη αποφάσεως εκ μέρους του (όπως τη φύση, τα χαρακτηριστικά, τους όρους και τις προϋποθέσεις σύμβασης), αφετέρου μέσω της πληροφόρησης και κυρίως καθοδήγησης του πελάτη της κατά τρόπο πρόσφορο για την βέλτιστη εξυπηρέτηση του συμβατικού σκοπού. Στο τελευταίο εντάσσεται η ακόμη πιο ειδική υποχρέωση της Τράπεζας να ενημερώνει και να προειδοποιεί ακόμη και για κινδύνους που απειλούν εν γένει τα συμφέροντα του πελάτης της, που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε επανοριοθέτηση της μεταξύ τους σχέσης/σύμβασης, με σκοπό την εξασφάλιση του βέλτιστου δυνατού αποτελέσματος.

 

Με άλλα λόγια, η έκταση της υποχρέωσής της για ενημέρωση μπορεί να διαμορφώνεται ανάλογα και με το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της. Έτσι η ευθύνη της παρουσιάζεται ιδιαίτερα αυξημένη στην περίπτωση όπου είναι πρόδηλο ότι ο συναλλασσόμενος δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από τη σκοπούμενη συναλλαγή ή όταν η ίδια γνωρίζει ορισμένα γεγονότα που αν τα γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψή της. Κατά συνέπεια, επί παραβάσεως αυτών των υποχρεώσεων η ευθύνη της Τράπεζας για αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας  δια αποζημιώσεως του πελάτη (αρνητικού διαφέροντος) εγείρεται στο ακέραιο.

 


[1]                            Βλ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο Ι έκδ. 2001 σελ. 93-94,210-211.

Δείτε επίσης: